Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

Βρετανία: "Οχι" στη διαμεσολάβηση της UNESCO για τα Γλυπτά του Παρθενώνα-Η αντίδραση της Αθήνας



«Όχι» στην διαμεσολάβηση της UNESCO για το θέμα της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα στην Αθήνα είπαν το Βρετανικό Μουσείο και η Βρετανική Κυβέρνηση, λέγοντας πως η κατοχή των Γλυπτών είναι νόμιμη, ενώ σημειώνουν πως ο δανεισμός των Γλυπτών σε άλλα μουσεία θα συνεχιστεί. Η Αθήνα από την πλευρά της κάνει λόγο για αρνητισμό και προσπάθεια υποβάθμισης του θέματος από τη Βρετανία, ενώ δηλώνει πως θα θέσει εκ νέου το ζήτημα στην UNESCO.

Το Βρετανικό Μουσείο, με επιστολή του στον διεθνή οργανισμό, απέρριψε την πρόταση διαμεσολάβησης, ενώ για νόμιμη κατοχή των Γλυπτών κάνουν λόγο σε ξεχωριστή επιστολή τους, επίσης, προς την UNESCO οι βρετανοί υπουργοί Πολιτισμού και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων.

Η επιστολή του Μουσείου

Συγκεκριμένα, στην απαντητική επιστολή προς την UNESCO, η οποία έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, ο πρόεδρος του συμβουλίου των εφόρων του Βρετανικού Μουσείου, Sir Richard Lambert, αναφέρει πως στη συνάντηση των εφόρων (trustees), την 19η Μαρτίου, εξετάστηκε το αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης για την έναρξη διαδικασίας διαμεσολάβησης μέσω της UNESCO, αλλά «με ειλικρινή σεβασμό για τον οργανισμό, ύστερα από λεπτομερή και προσεκτική εξέταση αποφασίσαμε να μην κάνουμε δεκτό το σχετικό αίτημα».

«Πιστεύουμε ότι η πλέον εποικοδομητική οδός, την οποία ήδη ακολουθούμε, είναι αυτή της απευθείας συνεργασίας με τα άλλα μουσεία και πολιτιστικούς θεσμούς, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο» σημειώνεται στην επιστολή, με την οποία οι έφοροι υπερασπίζονται την πολιτική του μουσείου απέναντι στο ελληνικό αίτημα για την επιστροφή των Γλυπτών.

«Είναι διαρκής επιθυμία και επιδίωξη του Μουσείου να εναρμονίζεται με τους στόχους της UNESCO για τη διαφύλαξη και προστασία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς που βρίσκεται σε κίνδυνο. Παρά ταύτα, είναι σαφές ότι τα σωζόμενα Γλυπτά του Παρθενώνα, συντηρημένα με προσοχή σε διάφορα μουσεία της Ευρώπης, δεν εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία» τονίζεται, ενώ σημειώνεται πως οι έφοροι του Βρετανικού Μουσείου φυλάσσουν τα Γλυπτά «όχι μόνο για το Βρετανικό λαό αλλά και προς όφελος του κοινού παγκοσμίως, στο παρόν και το μέλλον».

«Οι Έφοροι» συνεχίζει ο Sir Richard Lambert «επιθυμούν να αναπτύξουν περαιτέρω τις ήδη καλές σχέσεις με τους συναδέλφους και τους φορείς στην Ελλάδα και να διερευνήσουν την πιθανότητα συνεργασιών, όχι σε επίπεδο κυβερνήσεων αλλά απευθείας σε επίπεδο φορέων. Γι' αυτό το λόγο πιστεύουμε ότι η εμπλοκή της UNESCO δεν αποτελεί τον πλέον πρόσφορο τρόπο για να προχωρήσουμε».

Στην ίδια επιστολή, οι έφοροι του μουσείου υπεραμύνονται της απόφασης να μεταφερθεί στο Μουσείο Ερμιτάζ το άγαλμα του θεού Ιλισσού, λέγοντας πως «σε έξι μόλις εβδομάδες είχαν την ευκαιρία να το θαυμάσουν περί τις 140.000 Ρώσοι επισκέπτες. Πρόκειται για νέο κοινό για αυτό το εξαιρετικό έργο της αρχαίας Ελληνικής τέχνης, για ανθρώπους που στην πλειοψηφία τους δεν θα μπορούσαν ποτέ να επισκεφτούν την Αθήνα ή το Λονδίνο».

Από το κείμενο επιβεβαιώνεται, επίσης, η πρόθεση του Βρετανικού Μουσείου να προχωρήσει σε ανάλογες ενέργειες και στο μέλλον. «Οι Έφοροι θεωρούν πως τέτοιου είδους πρωτοβουλίες, τις οποίες αναλαμβάνουν οι φορείς σε απευθείας συνεννόηση, είναι ένας φυσικός τρόπος συνεργασίας καθώς τα διασωθέντα Γλυπτά του Παρθενώνα βρίσκονται σε διαφορετικές ευρωπαϊκές συλλογές. Αυτό σημαίνει πως τα Γλυπτά ήδη εκτίθενται σε ένα διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο σε κάθε μουσείο και οι Έφοροι πιστεύουν πως αυτό είναι προς μεγάλο όφελος του κοινού διεθνώς».

«Τόσο η μελέτη όσο και η έκθεση των Γλυπτών του Παρθενώνα σε όσο το δυνατόν ευρύτερο κοινό φωτίζει όχι μόνο τα επιτεύγματα της Κλασικής Ελλάδας αλλά και της επιρροής της παγκοσμίως. Καταλήγοντας, συνεπώς, θα θέλαμε να καλέσουμε τους συναδέλφους μας στα ελληνικά μουσεία να συνεχίσουν να εργάζονται μαζί μας αναζητώντας νέους τρόπους που θα δίνουν τη δυνατότητα σ’ ολόκληρο τον κόσμο να δει, να μελετήσει και να απολαύσει τα γλυπτά του Παρθενώνα» καταλήγει η επιστολή.

Η επιστολή των υπουργών

Στην επιστολή τους οι δύο υπουργοί επιμένουν ότι τα Γλυπτά αποκτήθηκαν νόμιμα από τον λόρδο Έλγιν και νομίμως παραμένουν στο Βρετανικό Μουσείο. Υποστηρίζουν, επίσης, ότι ουδέποτε από το 1816 μέχρι το 1985 δεν είχε τεθεί θέμα παράνομης κατοχής των Γλυπτών. Στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι το αίτημα της επιστροφής έθεσε για πρώτη φορά η Μελίνα Μερκούρη το 1982.

Οι βρετανοί υπουργοί σημειώνουν ότι η πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης περί διαμεσολάβησης της UNESCO αποσκοπεί ουσιαστικά στη μόνιμη επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα, γεγονός που θα παραβιάζει το «νόμιμο δικαίωμα» κατοχής τους από το Βρετανικό Μουσείο. «Δεδομένης της ξεκάθαρης θέσης μας, αυτό μας αναγκάζει να θεωρήσουμε ότι το αίτημα της διαμεσολάβησης (σ.σ. της UNESCO) δεν θα βοηθήσει την εξέλιξη των συζητήσεων».

Παράλληλα, αν και δεν παραλείπουν να εκφράσουν τον θαυμασμό τους προς το Μουσείο της Ακρόπολης, οι δύο υπουργοί τονίζουν ότι το Βρετανικό Μουσείο δίνει τη δυνατότητα σε εκατομμύρια τουρίστες απ' όλο τον κόσμο να αντιληφθούν τη σπουδαιότητα των Γλυπτών ως μέρος της παγκόσμιας ιστορίας, και μάλιστα «δωρεάν».

Στο τέλος της επιστολής τους, οι βρετανοί υπουργοί αναφέρονται στη «μακροχρόνια συνεργασία του Βρετανικού Μουσείου με την ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία» και εκφράζουν την εκτίμηση ότι, «αφήνοντας στην άκρη τις διαφορές για τα Γλυπτά του Παρθενώνα, υπάρχει περιθώριο συνεργασίας» των δύο μουσείων.

Ξυδάκης: Θα τεθεί εκ νέου το ζήτημα στην UNESCO

Για έλλειψη διάθεσης για συνεργασία και διάλογο από την πλευρά της Βρετανίας έκανε λόγο ο αναπληρωτής υπουργός Πολιτισμού κ. Νίκος Ξυδάκης, δηλώνοντας πως θα τεθεί εκ νέου το ζήτημα στην UNESCO.

«Με λύπη πληροφορηθήκαμε, και πάντως όχι δια της επίσημης οδού, ότι η Βρετανική πλευρά αρνείται κατηγορηματικά την πρόσκληση της UNESCO για έναρξη της διαδικασίας διαμεσολάβησης για τα Γλυπτά του Παρθενώνα που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο», ανέφερε ο κ. Ξυδάκης.

«Διαπιστώνεται μια έλλειψη διάθεσης για συνεργασία και διάλογο από τη Βρετανική πλευρά, η οποία δείχνει επίσης να αγνοεί τις σχετικές με το ζήτημα Συστάσεις της Διακυβερνητικής Επιτροπής ICPRCP, ενός θεσμικού οργάνου της UNESCO. Προξενεί εντύπωση ο αρνητισμός και η έλλειψη του προσήκοντος σεβασμού προς τις καλές υπηρεσίες των διαμεσολαβητών. Εντύπωση επίσης προξενεί η απολύτως μονομερώς συνεχιζόμενη προσπάθεια υποβάθμισης ενός διακρατικού ζητήματος σε ζήτημα μεταξύ μουσείων.

Η ελληνική κυβέρνηση θα συνεχίσει την προσπάθειά της με κάθε δυνατό τρόπο και θα θέσει εκ νέου το ζήτημα στη Γενική Διευθύντρια της UNESCO, αναμένοντας τις αντιδράσεις για τους χειρισμούς της Βρετανίας.

Καλούμε τη Μεγάλη Βρετανία να επανεξετάσει τη στάση της. Η Ελλάδα παραμένει ανοικτή σε κάθε θετική χειρονομία».

Robertson: Η επιστροφή των γλυπτών δεν είναι αποκλειστικά θέμα του Μουσείου

Το θέμα της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα συζητήθηκε και στο δείπνο της Ενώσεως Ελληνικού Τύπου που έγινε στο Λονδίνο. Επίτιμος καλεσμένος της βραδιάς ήταν ο γνωστός δικηγόρος κ. Geoffrey Robertson, επικεφαλής του νομικού γραφείου Doughty Street Chambers στο Λονδίνο, που με την ομάδα του προετοιμάζει την επιχειρηματολογία διεκδίκησης των Γλυπτών του Παρθενώνα από το Βρετανικό Μουσείο για λογαριασμό της ελληνικής κυβέρνησης, που είχε έρθει με τη δικηγόρο κ. Amal Alamoudin Clooney.

Παρουσιάζοντας το θέμα της Επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα, ο κ. Robertson είπε: «Με τη διορία που έχει δώσει η UNESCO στη βρετανική κυβέρνηση να απαντήσει στην πρόταση διαμεσολάβησης του οργανισμού μεταξύ Λονδίνου και Αθήνας να λήγει στα τέλη Μαρτίου, ο κ. Robertson απέρριψε την επίσημη θέση της βρετανικής κυβέρνησης ότι τα Γλυπτά είναι αποκλειστικά θέμα της διοίκησης του Βρετανικού Μουσείου». «Ποιος υπέγραψε τις άδειες εξαγωγής του αγάλματος του ποτάμιου Θεού Ιλισσού για να μεταφερθεί στο Hermitage της Αγίας Πετρούπολης;» ρώτησε. «Ποιος διορίζει την πλειοψηφία των μελών της διοίκησης του Μουσείου;».

Περιέγραψε επίσης αυτό που αποκάλεσε «σύνδρομο του Ναυαρίνου», δηλαδή «τον φόβο του να θεωρηθούμε αγενείς προς τους Βρετανούς», στους οποίους διαδοχικές γενιές Ελλήνων ήταν ευγνώμονες για τη συμβολή τους στη νίκη κατά των Τούρκων στο Ναυαρίνο, καθώς και στην επικράτηση κατά των Nαζί κάτι περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα». Και αντέκρουσε ο κ. Robertson, λέγοντας «δεν θα έπρεπε να υπάρχει φόβος προσβολής των Βρετανών μέσα από νομική προσφυγή εναντίον τους, επειδή... στους Βρετανούς αρέσει να τους μηνύουν! Αυτό που κάνει τη Βρετανία μεγάλη είναι ότι υπακούει στο διεθνές δίκαιο. Οπως το έθεσε ο Gladstone, η επιδιαιτησία του δικαστηρίου είναι προτιμότερη αυτής του σπαθιού».


Επιμέλεια: Α.Γ.Φ
με πληροφορίες από την Καθημερινή


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου