Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

Το μανιφέστο του Orhan Pamuk για τα μουσεία


Ο νομπελίστας Τούρκος συγγραφέας Orhan Pamuk, ο οποίος ίδρυσε το Μουσείο της Αθωότητας στην Κωνσταντινούπολη, ήταν ένας από τους βασικούς ομιλητές στο συνέδριο του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων που πραγματοποιήθηκε στις αρχές του μήνα στο Μιλάνο.

Βασικό θέμα του φετινού συνεδρίου, στο οποίο συμμετείχαν περισσότεροι από 3.500 επαγγελματίες του κλάδου των μουσείων από περισσότερες από 130 χώρες, ήταν η ανάγκη ενσωμάτωσης, αξιοποίησης και προστασίας των πολιτιστικών τοπίων από τα μουσεία.

Μέσω της ιταλικής εφημερίδας La Repubblica, ο κ. Pamuk τόνισε πως στο μέλλον χρειαζόμαστε «μικρά και οικονομικά μουσεία που θα μιλούν για την ανθρωπότητά μας».

«Όλα τα μουσεία είναι γνήσιοι θησαυροί της ανθρωπότητας, όμως είμαι κατά της χρήσης αυτών των πολύτιμων και μνημειωδών θεσμών ως μοντέλων για τους μελλοντικούς θεσμούς. Τα μουσεία πρέπει να ερευνούν και να αποκαλύπτουν τον πληθυσμό στο σύνολό του και την ανθρωπότητα του νέου και σύγχρονου ανθρώπου που προκύπτει από τις αναπτυσσόμενες οικονομίες μη δυτικών χωρών», ανέφερε.

«Απευθύνω αυτό το μανιφέστο ιδιαίτερα στα Ασιατικά μουσεία που βιώνουν μια πρωτοφανή περίοδο ανάπτυξης.

Ο σκοπός μεγάλων, χρηματοδοτούμενων από το κράτος μουσείων, είναι να παρουσιάσουν ένα κράτος και αυτό δεν είναι ούτε καλός ούτε αθώος σκοπός. Αυτές είναι οι προτάσεις μου για ένα νέο μουσείο, ορισμένα θέματα τα οποία πρέπει να σκεφτούμε τώρα περισσότερο από ποτέ.

Τα μεγάλα εθνικά μουσεία όπως το Λούβρο και το Ερμιτάζ έλαβαν τη μορφή τουριστικών ιδρυμάτων με το άνοιγμα παλατιών για το κοινό. Αυτά τα ίδια ιδρύματα, που σήμερα είναι εθνικά σύμβολα, παρουσιάζουν το αφήγημα του έθνους, την Ιστορία με κεφαλαίο «Ι», ως σημαντικότερη από τις ιστορίες των ατόμων. Είναι κρίμα, διότι οι ατομικές ιστορίες δείχνουν πολύ καλύτερα τα βάθη της ανθρωπότητάς μας.

Η δεύτερη σκέψη που θέλω να εισάγω είναι πως η μετάβαση από παλάτια σε εθνικά μουσεία και από τα έπη στα μυθιστορήματα είναι παράλληλες διαδικασίες. Το έπος είναι σαν το παλάτι: μιλάει για τις ηρωϊκές κινήσεις των βασιλέων που ζούσαν σε αυτά. Τα εθνικά μουσεία θα πρέπει να είναι σαν τα μυθιστορήματα, όμως αυτό δεν συμβαίνει.

Τρίτον: δεν χρειαζόμαστε περισσότερα μουσεία που προσπαθούν να δημιουργήσουν ένα ιστορικό αφήγημα της κοινωνίας μας ως το αφήγημα μιας ομάδας, ενός έθνους και ενός κράτους. Όλοι γνωρίζουμε πως οι κοινές και καθημερινές ιστορίες είναι πιο πλούσιες, πιο ανθρώπινες και πάνω απ’ όλα πιο χαρούμενες.

Τέταρτον: το να δείξουμε τον πλούτο της Κινεζικής, της Ινδικής, της Μεξικάνικης, της Ιρανικής ή της Τουρκικής ιστορίας και του πολιτισμού αποκλείεται. Πρέπει σίγουρα να γίνει και δεν είναι δύσκολο να γίνει. Η πραγματική πρόκληση είναι να χρησιμοποιήσουμε τα μουσεία για να πούμε με την ίδια ευφυία, δύναμη και βάθος τις ιστορίες των ανθρώπων που ζουν σε αυτές τις χώρες.

Πέμπτον: το μέτρο της επιτυχίας ενός μουσείου δεν θα πρέπει να είναι η ικανότητά του να αντιπροσωπεύει ένα κράτος, ένα έθνος, μια κοινωνία ή μια συγκεκριμένη ιστορία. Θα πρέπει αντιθέτως να είναι η ικανότητά του να αποκαλύπτει την ανθρωπότητα των ατόμων. Πρέπει να κρίνουμε τα μουσεία με βάση αυτό το κριτήριο.

Έκτον: είναι επιτακτική ανάγκη τα μουσεία να γίνουν μικρότερα, πιο προσανατολισμένα στο άτομο και πιο οικονομικά. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίον θα μπορέσουν να πουν ιστορίες σε ανθρώπινη κλίμακα. Τα μεγάλα μουσεία μας καλούν να ξεχάσουμε τον ανθρωπισμό μας και να αποδεχθούμε το κράτος και τις ανθρώπινες μάζες του. Γι’ αυτό υπάρχουν εκατομμύρια, εκτός Δύσης, που φοβούνται τα μουσεία. Γι’ αυτό τα μουσεία συνδέονται με τις κυβερνήσεις.

Έβδομον: ο στόχος του παρόντος και του μέλλοντος των μουσείων δεν θα πρέπει να είναι να αντιπροσωπεύουν το κράτος αλλά να αναδημιουργήστουν τον κόσμο των ατόμων, των ίδιων ανθρώπων που έχουν υποφέρει υπό την τυραννική καταπίεση για εκατοντάδες χρόνια.

Όγδοον: οι πόροι που διοχετεύονται στα μεγάλα μνημειακά και συμβολικά μουσεία θα πρέπει να ανακατευθηνθούν σε μικρά μουσεία που λένε τις ιστορίες των ατόμων. Αυτοί οι πόροι θα πρέπει επίσης να χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν και να ενθαρρύνουν τον κόσμο να μετατρέψει τα μικρά του σπίτια και τις μικρές του ιστορίες σε τόπους αφήγησης.

Ένατον: αν τα αντικείμενα δεν ξεριζωθούν από το πλαίσιό τους και τους δρόμους τους αλλά τοποθετηθούν προσεκτικά στον φυσικό τους χώρο, μπορούν να πουν ανεξάρτητα τη δική τους ιστορία. Χρειαζόμαστε σεμνά μουσεία που μπορούν να τιμήσουν τους δρόμους, τα σπίτια και τα καταστήματα που βρίσκονται γύρω τους και να τα μετατρέψουν σε στιγμές του αφηγήματός τους.

Εν συντομία, το μέλλον των μουσείων ξεκινά από το σπίτι. Η κατάσταση είναι πολύ απλή: έχουμε συνηθίσει να έχουμε έπη, όμως αυτό που χρειαζόμαστε είναι μυθιστορήματα. Στα μουσεία έχουμε συνηθίσει την αντιπροσώπευση, όμως αυτό που χρειαζόμαστε είναι η έκφραση. Έχουμε συνηθίσει να έχουμε μνημεία, όμως αυτό που χρειαζόμαστε είναι σπίτια.

Στα μουσεία έχουμε την Ιστορία, όμως αυτό που χρειαζόμαστε είναι ιστορίες. Στα μουσεία έχουμε έθνη, όμως αυτό που χρειαζόμαστε είναι ο λαός. Είχαμε ομάδες στα μουσεία, αλλά χρειαζόμαστε άτομα. Είχαμε μεγάλα και πολυέξοδα μουσεία και θα συνεχίσουμε να έχουμε κι άλλα, ιδιαίτερα στην Ασία, όπου το κρατικό χρήμα χρηματοδοτεί τα μουσεία αυτά. Όμως αυτό που χρειαζόμαστε είναι μικρά και οικονομικά μουσεία που απευθύνονται στον ανθρωπισμό μας».

Πηγή: La Repubblica, The Art Newspaper
Επιμέλεια: Α.Γ.Φ.

1 σχόλιο:

  1. Εκπληκτικό κείμενο. Αυτή ήτανε και είναι και η άποψη του Μάνου Φαλτάϊτς, όταν ίδρυσε το Μουσείο στο σπίτι της οικογένειάς του. Κι ακόμη, ο τρόπος λειτουργίας του Μουσείου αυτού είναι αυτό ακριβώς: Να εκφράσει τον τρόπο ζωής των ανθρώπων που το κατοικούσαν, αλλά και της εποχής τους. Η ιστορία των ανθρώπων, λοιπόν, όχι των κρατών και των δυναστών.

    ΑπάντησηΔιαγραφή